Ο χριστιανός αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε την Ακαδημία του Πλάτωνος το έτος 529, αποσκοπώντας να δώσει ένα καίριο κτύπημα στην ελληνική θρησκεία. Η συγκεκριμένη σχολή αποτελούσε το βασικότερο προπύργιο του εθνικού κόσμου. Εάν έκλεινε, θα κατάφερνε να προσθέσει ένα τεράστιο ογκόλιθο στον συστηματικό και θεσμοθετημένο διωγμό του Ελληνισμού ως σκέψης και τρόπου ζωής. Μια προσπάθεια που ενυπήρχε ως ιδέα στον Κωνσταντίνο τον Χλωρό, άρχισε να υλοποιείται από τον γιο του τον Κωνσταντίνο, ενισχύθηκε από τους διαδόχους του, και κορυφώθηκε επί Θεοδοσίου, ο οποίος έδωσε στο θρησκευτικό χριστιανικό «ορθόδοξο» σύμβολο της πίστεως νομική ισχύ. Εξαίρεση αποτέλεσε η σύντομη βασιλεία του Ιουλιανού, ο οποίος προσπάθησε να επαναφέρει την ανεξιθρησκεία.
Στο βιβλίο «Αντιπαγανιστική νομοθεσία» (σε μετάφραση της Αφροδίτης Καμαρά), διαβάζουμε τον σχετικό νόμο του «Θεοδοσιανού Κώδικα» που εκδόθηκε κατά το έτος 392:
Κανείς δεν θα έχει το δικαίωμα να τελέσει θυσίες. Κανείς δεν θα περιφέρεται στους ναούς. Κανείς δεν θα αποδίδει τιμές στα ιερά. Όλοι θα αποδέχονται ότι ο νόμος μας τους αποκλείει από την άνομη είσοδό τους στους ναούς, έτσι ώστε αν κάποιος επιχειρήσει να κάνει κάτι σχετικό με τους θεούς ή με τις ιερές τελετουργίες, παραβαίνοντας την απαγόρευσή μας, ας γνωρίζει ότι δεν θα αποφύγει την τιμωρία και ότι δεν θα τύχει ειδικών προνομίων ή χάριτος από τον αυτοκράτορα.
(Στηριγμένο σε κείμενα και σχόλια του Richard Carrier).
Σήμερα θα δούμε κάτι από την σύγχρονη συζήτηση που γίνεται σε σχέση με τις βιβλικές σπουδές και το βάθος και επίπεδο των επιχειρημάτων σχετικά με την ιστορικότητα του Ιησού, με αφορμή τον έλεγχο της αυθεντικότητας και αξιοπιστίας των Πράξεων των Αποστόλων, ένα κείμενο που ακολουθεί τα γνωστά μας Ευαγγέλια στην Καινή Διαθήκη και είδαμε την δομή του περιληπτικά εδώ.
Οι Πράξεις των Αποστόλων είναι σε μεγάλο βαθμό φανταστικές. Είναι μια θρησκευτική προπαγάνδα. Δεν είναι ούτε κριτική ούτε αληθινή ιστορία και θα δούμε πως αντιφάσκει με άλλες πληροφορίες που έχουμε. … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ)… Ο δεύτερος λόγος για την στρεβλή εντύπωση περί των θεών, οφείλεται στο γεγονός ότι άρχισε να υπάρχει η τάση ερμηνείας του κόσμου από την φυσική-υλική πλευρά του. Είναι οι καλούμενοι φυσικοί ή προσωκρατικοί φιλόσοφοι, που ήκμασαν μεταξύ 6ου και 5ου αιώνος πλην. Πρέπει όμως και εδώ να ειπωθούν κάποια πράγματα για να προλάβουμε παρεξηγήσεις.
Όπως γράφει ο καθηγητής Θεόφιλος Βέικος, «Είναι λάθος να φανταζόμαστε τη φιλοσοφία να αναδύεται ξαφνικά σαν ένας φωτεινός κόσμος του λόγου μέσα από τον κόσμο του ζοφερού μύθου. Δεν είναι δυνατό κανένα πέρασμα από τον καθαρό μύθο στον καθαρό λόγο. Από τον Παρμενίδη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως τον Λοκ και τον Βιτγκενστάιν, ο μύθος εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα στην ορθολογική σκέψη» («Προσωκρατικοί», σ. 16). Δεν πρόκειται για κάποια δήθεν σύγκρουση, ανάμεσα σε δύο πεδία που διαφέρουν μεταξύ τους ριζικά και που χωρίζονται από ανυπέρβλητες αβύσσους. Αντιθέτως, πρόκειται για μια ενότητα συγκροτημένης σκέψης που διαφέρει μόνο στον τρόπο προσέγγισης και έκφρασης. Ο μύθος λειτουργεί με εργαλείο του το σύμβολο. Αυτό είναι σε θέση να συμβάλει/ να ενώσει το αόρατο με το ορατό. Με άλλα λόγια, τις αόρατες και αμετάβλητες αρχές (μεταφυσική) με το αισθητό και μεταβαλλόμενο (φυσική). Ο ορθολογισμός λειτουργεί με την νοητική επεξεργασία των δεδομένων που του δίνουν οι αισθήσεις. Ποτέ οι προσωκρατικοί δεν αρνήθηκαν τη μεταφυσική επειδή ασχολήθηκαν με την γένεση και ανάπτυξη των πραγμάτων, με την πράξη του «φύναι» (εξ ου «φυσικοί φιλόσοφοι»). Ίσα-ίσα, που θεωρούν ότι οι πρώτες αρχές βρίσκονται ακριβώς πίσω από το γίγνεσθαι, και σε αυτό προσπαθούν να καταλήξουν. Όπως πάλι σημειώνεται: «η σχέση μύθου και ορθολογικής σκέψης δεν είναι αντίθεση πλάνης και αλήθειας, όπως διδάσκει ο θετικισμός. Με τα λόγια του Descombes, “ο μύθος δεν είναι ένα τραύλισμα της επιστήμης, όπως διατείνεται η θεωρία του συνεχούς της ιστορίας των επιστημών. […] Ο μύθος βρίσκεται στο εσωτερικό της επιστήμης”. Ο Descombes προτείνει μια αναθεώρηση της έννοιας του λόγου. “Δεν είναι αλήθεια”, παρατηρεί, “πως στην αρχαία Ελλάδα, με μια νικηφόρα επιστημονική τομή, ο λόγος θριάμβευσε επί του μύθου όπως και η κοινή λογική θριαμβεύει επί του παραληρήματος”» (ο. π. σ. 16-18). Η σχέση λοιπόν μύθου και λόγου είναι μια σχέση δυναμική και διαλεκτική, αλληλοσυμπληρωματική, όπου το ένα στοιχείο εμπεριέχεται στο άλλο … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Εισαγωγή
Ο πλατωνικός διάλογος «Νόμοι» αποτελείται από δώδεκα βιβλία (κεφάλαια). Είναι ο μοναδικός διάλογος στον οποίο δεν εμφανίζεται ο Σωκράτης. Και εύλογα. Διότι, σύμφωνα με όσα μας έχουν παραδοθεί, ήταν μετρημένες οι φορές που ο Σωκράτης εξήλθε των Αθηνών. Και σίγουρα, δεν μετέβη στην Κρήτη όπου εκτυλίσσεται ο διάλογος. Στους «Νόμους», λοιπόν, συμμετέχουν τρία πρόσωπα. Είναι ο Αθηναίος ξένος (Έλληνας, δηλαδή, άλλης πόλης) που δεν κατονομάζεται, ο Κλεινίας από την Κνωσό και ο Μέγιλλος από την Σπάρτη. Η συζήτηση λαμβάνει χώρα κατά τη πορεία των τριών αυτών ανδρών, από την Κνωσό προς στο Όρος του Διός. Εκεί, όπου κατά την παράδοση, ο βασιλιάς και νομοθέτης Μίνωας ανέβαινε κάθε εννέα χρόνια.
Θα επικεντρωθούμε στο δέκατο βιβλίο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο κεφάλαιο αυτό, αναφέρεται δεκαεπτά φορές η λέξη «πειθώ» και τα παράγωγά της. Έξι φορές η λέξη «πάθος» και μια φορά η λέξη «νόσος». Προκειμένου να κατανοηθεί ορθά το κείμενο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας την πληροφορία του Διογένη του Λαερτίου, ότι ο Πλάτων «ονόμασι κέχρηται ποικίλοις προς το μη ευσύνοπτον είναι τοις αμαθέσι την πραγματείαν» (Βίοι φιλοσόφων, Γ΄ 63). Δηλαδή, χρησιμοποιεί διάφορα ονόματα και λέξεις με σκοπό να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο κατανοητός στους αμαθείς.
Σήμερα, την εποχή της ισοπέδωσης, αυτό ίσως να φαίνεται εγωιστικό. Όμως, για εκείνη την μακρινή εποχή, ήταν απόλυτα λογικό και σύμφωνο με τις φιλοσοφικές αρχές, ότι δεν θα έπρεπε να είναι τα πάντα για τους πάντες ρητά. Έπρεπε πρώτα ο ίδιος ο άνθρωπος να καταστήσει τον εαυτό του άξιο και ικανό. Κάτι που προϋποθέτει σοβαρότητα και υπευθυνότητα, πνεύμα ελεύθερο με έρωτα προς το Όμορφο το Ευγενές και Αγαθό. Είναι ζήτημα προαιρέσεως. Εκτός όμως από αυτό, η ακριβής σημασία των φιλοσοφικών όρων άλλαζε από σχολή σε σχολή. Για αυτόν τον λόγο, ο Σπεύσιππος έγραψε τους «Όρους», όπου επεξηγούνται οι πλατωνικοί όροι … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Στην προηγούμενη δημοσίευση κάναμε μια συνολική σύγκριση των αξιών του Βυζαντίου και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στο οποίο φάνηκε το πολιτισμικό χάος που υπήρξε ανάμεσά τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός απέπνεε ελευθερία, χαρά, λατρεία για το ωραίο και υγιές, και διάθεση για γνώση. Ο βυζαντινός πολιτισμός σε αντίθεση την πίστη και την υποταγή. Μας έμεινε μια εκκρεμότητα για κάποιες περιπτώσεις δίωξης συγκεκριμένων φιλοσόφων στην αρχαιότητα που πρέπει να δούμε αναλυτικότερα, γιατί κάποιοι νέο-απολογητές κάνουν την τρίχα τριχιά.
Όταν καταλαβαίνεις ότι υποστηρίζεις ένα ολοκληρωτικό σύστημα όπως ήταν το Βυζάντιο αλλά κυρίως το εκκλησιαστικό κατεστημένο του και την ιδεολογία του, και όταν διαπιστώνεις ότι ο θεώρησή σου αυτή κατηγορείται για την απηνή δίωξη της άλλης άποψης, τότε και εφόσον είσαι υποκριτής, ψάχνεις να βρεις όσα ψήγματα αντίστοιχης μεταχείρισης μπορείς στους προηγούμενους, μεγαλύνοντας τα και θεωρώντας ότι έτσι οι θεωρίες σου και οι απορρέουσες πράξεις που οδήγησαν σε καταστροφές των “άλλων” καθαγιάζονται. Έτσι σήμερα υπάρχουν Νεοέλληνες χριστιανοί απολογητές που κατηγορούν την αρχαία Ελλάδα για σκοταδισμό και μια ενδεικτική μόνο σελίδα είναι εδώ.
Μια λοιπόν από αυτές τις σοφιστείες είναι ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία και αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν σκοταδιστική και καταδικαστική για την ελεύθερη σκέψη και ειδικά για τους φιλοσόφους και για να το δικαιολογήσουν αυτό, απαριθμούν κάποιους από αυτούς τους σοφούς που διώχθηκαν. Έτσι σήμερα θα ασχοληθούμε με το θέμα αυτό και θα κάνουμε φυσικά και αντίστοιχη σύγκριση με το Βυζάντιο … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »